«Ο φόβος μοιάζει να υπάρχει, για να ξεπερνιέται»

Ο φόβος είναι ένα δυσάρεστο συναίσθημα, το οποίο, όμως, παίζει σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη του παιδιού, όσο και τα θετικά συναισθήματα. Ένα παιδί χωρίς αρνητικά συναισθήματα, θα γινόταν παθητικό, αγκιστρωμένο από το χώρο που το περιβάλλει, χωρίς ενδιαφέρον γι’ αυτόν και ανήμπορο να αντιδράσει στις εμπειρίες που του προσφέρονται.

Οι φόβοι προέρχονται είτε από το συλλογικό ασυνείδητο (όχι από προσωπική εμπειρία), όπως είναι ο φόβος για το θάνατο, το σκοτάδι, τις καταιγίδες, είτε από το περιβάλλον (οικογένεια, κοινωνία).

Είναι αναγκαίο να διαχωρίζουμε τον «υπαρξιακό» φόβο, που είναι φυσιολογικός, από τον παθολογικό φόβο. Ο παθολογικός φόβος ενεργοποιείται χωρίς να υπάρχει πραγματικός κίνδυνος και συνήθως έχει υπερβολική ένταση, δυσανάλογη με το ερέθισμα που τον έχει μεταφέρει.

Όμως, οι φόβοι δεν είναι πάντα αρνητικοί. Έχουν πολλούς ρόλους και πολλές φορές μπορεί να λειτουργήσουν ως ερέθισμα για την ανάπτυξη ενός παιδιού. Οι βασικοί ρόλοι των φόβων είναι οι εξής:

  1. Βοηθούν το παιδί να αποφύγει κινδύνους που προέρχονται από το περιβάλλον.
  2. Το προετοιμάζουν να γευτεί τα ερεθίσματα του περιβάλλοντος και να αποκτήσει εμπειρίες.
  3. Ευνοούν την ανάπτυξη συστημάτων επαγρύπνησης και περιφρούρησης του εαυτού τους.
  4. Βοηθούν στην ενίσχυση στρατηγικών προσαρμογής, ώστε να επιβιώσουν σε μη φιλικά περιβάλλοντα
  5. Επιτρέπουν στα παιδιά να αναπτύξουν τις ικανότητες της επεξεργασίας, οι οποίες είναι το χαρακτηριστικό με το οποίο οι άνθρωποι ξεχωρίζουν από τα υπόλοιπα έμβια όντα και τους επιτρέπει να κυριαρχήσουν στη φύση.

Στα πρώτα χρόνια της ζωής, ένα παιδί έρχεται αντιμέτωπο με διάφορους φόβους, τους οποίους θα ξεπεράσει με τον καιρό, αρκεί να του δώσουμε την ευκαιρία να τους εκδηλώσει ανοιχτά. Σε αντίθετη περίπτωση, οι φόβοι διογκώνονται, γίνονται εντονότεροι και φτάνουν σε σημείο να μεταμορφώνονται σε αληθινή διαταραχή. Πώς, όμως, μπορούν να ξεπεραστούν αυτοί οι φόβοι, χωρίς να αφήσουν το σημάδι τους στην ενήλικη ζωή;

Οι φόβοι που συναντούμε συχνότερα στα παιδιά είναι οι εξής:

  • Ο φόβος της εγκατάλειψης: εμφανίζεται στη νηπιακή ηλικία και οφείλεται κυρίως στην απουσία της μητρικής μορφής. Το παιδί μπορεί να είναι είτε λιγομίλητο, είτε αναίτια επιθετικό, όπως επίσης και να εμφανίσει παλινδρόμηση σε συμπεριφορές.
  • Ο φόβος του νερού: εμφανίζεται τους πρώτους μήνες της ζωής των παιδιών και υφίσταταιάλλοτε λόγω προβλημάτων κατά την κύηση και άλλοτε λόγω κάποιας τραυματικής εμπειρίας του παιδιού με το νερό.
  • Ο φόβος των ζώων: Το παιδί που φοβάται τα ζώα μπορεί από μόνο του να ζητήσει ένα ζωάκι από τους γονείς, ώστε να καταφέρει να έρθει αντιμέτωπο με την ανησυχία του.
  • Ο φόβος των μικρόβιων: εμφανίζεται ή γίνεται αντιληπτός κατά την παιδική ηλικία και μπορεί να οφείλεται στην υπερβολική έμφαση στην καθαριότητα. Το παιδί εμφανίζεται ανικανοποίητο, επιλεκτικό και ενοχλημένο όταν λερώνονται τα ρούχα του. Ο φόβος αυτός μπορεί να εξελιχθεί και να γίνει εμμονή.
  • Ο φόβος του σκοταδιού: εμφανίζεται σε ηλικίες από 2 έως 5 ετών και συνήθως οφείλεται στη ζωηρή φαντασία του παιδιού και στην ικανότητα να κάνει συλλογισμούς, η οποία αρχίζει να αναπτύσσεται σε αυτήν την ηλικία. Το παιδί αρχίζει να αποφεύγει τους σκοτεινούς χώρους, αργεί να πάει για ύπνο ή ζητάει να κοιμηθεί μαζί με τους γονείς.
  • Ο φόβος του γιατρού: μπορεί να εμφανιστεί σε οποιαδήποτε ηλικία και πρόκειται για έναν φόβο που προκλήθηκε λόγω κάποιας άμεσης εμπειρίας του παιδιού.
  • Ο φόβος της υιοθεσίας: εμφανίζεται στην πρώτη σχολική ηλικία και οφείλεται σε αδυναμία στην επικοινωνία της οικογένειας, για παράδειγμα όταν οι γονείς δεν είναι τόσο παρηγορητικοί όσο χρειάζονται τα παιδιά ή όταν δεν εκδηλώνουν την αγάπη τους. Το παιδί εκδηλώνει επιθετικότητα απέναντι στους γονείς.
  • Ο φόβος πως είναι κακό παιδί: εκδηλώνεται σε ηλικία 4-5 ετών, όταν οι γονείς απορρίπτουν το παιδί, χωρίςνα το κάνουν επίτηδες, αλλά αυτό γίνεται αντιληπτό από το παιδί. Το παιδί γίνεται ανυπάκουο και μπορεί να εμφανίσει επιθετικότητα για να τραβήξει πάνω του την προσοχή.
  • Ο φόβος των εντόμων: εμφανίζεται στην ηλικία των 8 ετών ή και νωρίτερα και οφείλεται στην «αφύπνιση» της σεξουαλικότητας του παιδιού ή στο φόβο για την αρρώστια και το θάνατο (ενθαρρυμένος φόβος μέσα από ταινίες ή ντοκιμαντέρ).
  • Ο φόβος της αρρώστιας και του θανάτου: εμφανίζεται κυρίως κατά την σχολική ηλικία και μπορεί να έχει σχέση με την ύπαρξη ασθενούς μέσα στο σπίτι ή ατόμου με σωματικές αναπηρίες ή σε μια μητέρα συνεχώς απασχολημένη. Ο φόβος αυτός μπορεί να εξελιχθεί σε υποχονδρία.
  • Ο φόβος για τα τέρατα και τα φαντάσματα: ξεκινάει σε μικρή ηλικία  και οφείλεται είτε στην χρήση απειλών από τους ενηλίκους προς τα παιδιά «Θα έρθει ο λύκος να σε φάει…», είτε σε ταινίες που έχουν δει τα παιδιά, είτε σε διηγήσεις που έχουν ακούσει. Το παιδί συνήθως είναι ταραγμένο, έχει δυσκολία στον ύπνο ή ξυπνάει τρομαγμένο κατά τη διάρκεια της νύχτας. Ο φόβος αυτός μπορεί να εξελιχθεί και στην ενήλικη ζωή.
  • Ο φόβος του αίματος: μπορεί να εμφανιστεί σε οποιαδήποτε ηλικία και η αιτιολογία του βρίσκεται σε κάποια εμπειρία που μπορεί να είχε το παιδί σε μικρή ηλικία ή λόγω παραμονής του σε νοσοκομείο. Η συμπεριφορά που εκδηλώνει ένα παιδί με φόβο στο αίμα, είναι να αντιδρά με πολύ έντονα συναισθήματα.
  • Ο φόβος του σχολείου: εμφανίζεται τον πρώτο καιρό που το παιδί πηγαίνει στο νηπιαγωγείο ή το δημοτικό σχολείο και υφίσταταιείτε λόγω κακής σχέσης με τον παιδαγωγό, είτε λόγω κακής σχέσης με τους συμμαθητές του, είτε λόγω δυσκολιών του παιδιού να αντιμετωπίσει το άγνωστο. Ο φόβος αυτός μπορεί να μετατραπεί σε σωματική ενόχληση.
  • Ο φόβος της μάγισσας: εκδηλώνεται στα  πρώτα χρόνια του παιδιού και οφείλεται στην αμφίθυμη σχέση του παιδιού με τη μητέρα. Η συμπεριφορά ενός παιδιού με φόβο στη μάγισσα είναι να εκδηλώνει αγάπη και συγχρόνως μίσος για το γυναικείο φύλο.
  • Ο φόβος της καταιγίδας: εμφανίζεται στον πρώτο χρόνο του παιδιού και οφείλεται στη δυσκολία να ερμηνεύσει τους άγνωστους θορύβους, όπως αυτός που κάνουν οι βροντές. Ο φόβος αυτός σιγά σιγά θα μειωθεί ή μπορεί να βρει διέξοδο σε άλλους φόβους.

Οι φόβοι είναι ανεξάντλητοι. Όμως, έχοντας μάθει πώς να τους αντιμετωπίζουμε, η επικινδυνότητά τους μειώνεται. Οι γονείς και οι παιδαγωγοί θα πρέπει να είναι «μορφή αναφοράς» για τα παιδιά, διότι πάνω τους τα παιδιά επενδύουν όλα τους τα συναισθήματα. Για το λόγο αυτό, είναι σημαντικό ο γονέας να εκφράζει και να διαχειρίζεται πρώτος τα δικά του συναισθήματα, ώστε να καταφέρει να διδάξει στο παιδί να κάνει το ίδιο.

Τα παιδιά πολλές φορές εκπέμπουν «προειδοποιητικά σημάδια» για τους φόβους, τα οποία οι γονείς πρέπει να εντοπίσουν και να ερμηνεύσουν. Αυτά τα μη λεκτικά σήματα μπορεί να είναι:

  1. Η αϋπνία
  2. Η ενούρηση ή η εγκόπριση σε ηλικία που δεν προβλέπεται
  3. Η επιθετικότητα και η παρορμητικότητα
  4. Η έλλειψη ενδιαφερόντων
  5. Το υπερβολικό κλάμα ή  γκρίνια

Πολλοί γονείς, διώχνουν το φόβο των παιδιών τους για τις βροντές και τις αστραπές, λέγοντάς τους πως είναι ο θόρυβος που κάνουν οι Άγγελοι που παίζουν μπάλα. Ο τρόπος αυτός είναι ένα παράδειγμα, για το πώς θα ήταν καλύτερο να αντιμετωπίζονται και να επιλύονται οι παιδικές φοβίες.

Αποφύγετε να δικαιολογείτε τους φόβους με βάση τη λογική:

  • Φράσεις του τύπου: «Δεν πρέπει να φοβάσαι…», «Είσαι μεγάλος για να φοβάσαι…», «Κοίτα τον αδερφό σου που δε φοβάται…», θα ήταν καλό να αποφεύγονται.
  • Οι εξηγήσεις με βάση τη λογική, είναι εύκολες για το γονέα, αλλά δε βοηθούν το παιδί.

Μην υποτιμάτε τους φόβους των παιδιών:

  • Οι φράσεις του τύπου: «Δεν υπάρχει τίποτε για να φοβηθείς.», «Όλα είναι καλά.», κάνουν το παιδί να αισθάνεται ένοχο και επιλύουν το πρόβλημα μόνο προσωρινά.
  • Κρατώντας μια στάση συνενοχής, έχοντας ενσυναίσθηση και ταυτίζοντας το φόβο του παιδιού με κάποιο δικό σας, βοηθάει το παιδί να βρει μια διέξοδο στην ανησυχία του και να ελευθερωθεί από τα «φαντάσματα» που το κυνηγούν.

Παρ’ όλα αυτά, μη γίνεστε υπερβολικά δραματικοί:

  • Οι φράσεις «Έλα στη μαμά που θα διώξει το φόβο.», «Αχ, καημενούλη μου, φοβήθηκες πολύ;», έχουν ως αποτέλεσμα να μεγεθύνουν τους φόβους και να μειώνουν τα θετικά συναισθήματα του γονέα που προσπαθεί να παρηγορήσει το παιδί.

Χρησιμοποιήστε τις σωστές αναλογίες:

  • Ταυτιστείτε με το παιδί και ενημερώστε το για τυχόν ίδιους φόβους που μπορεί να είχατε κι εσείς, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο τους αντιμετωπίσατε. Ο τρόπος αυτός βοηθάει τον φόβο του παιδιού να εκτονωθεί και προσφέρει μια διέξοδο στην αγωνία του.
  • Τα μη προφορικά μηνύματα είναι πιο σημαντικά για τα παιδιά, οπότε είναι προτιμότερο να δεχτεί το παιδί μια αγκαλιά από τον γονέα, παρά λόγια που μπορεί να μην γίνουν κατανοητά ή να εντείνουν τις δυσκολίες.

Το «μεγάλο» εκτοπίζει το «μικρό»:

  • Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε ένα παραμύθι με ένα γίγαντα που φυσάει και ξεφυσάει και με το φύσημά του ξεριζώνει δέντρα, δάση και βουνά. Με αυτόν τον τρόπο θα εκτοπίσουμε τους πραγματικούς φόβους με τους φανταστικούς.

Συγκεντρώνοντας, το παιδί δεν έχει ανάγκη από λογικά επιχειρήματα, επιθετικότητα ή επιβολή, αλλά επιβεβαίωση και ενίσχυση της προσωπικότητάς του για την ανάπτυξη της συναισθηματικής ευφυΐας του και της αυτονομίας του, τα οποία θα του επιτρέψουν να μεγαλώσει και όλα αυτά σε μια γλώσσα περισσότερο κατανοητή για την ηλικία του.

About Author

Αμαλία Παπαδοπούλου

Λογοθεραπεύτρια