Πανδημία COVID-19 και ο φόβος του θανάτου - Τούφας Κωνσταντίνος

Πανδημία COVID-19 και ο φόβος του θανάτου

Οι μοναδικές πληροφορίες που διαθέτουμε αφορούν στο παρελθόν, μολονότι οι πληροφορίες που ουσιαστικά χρειαζόμαστε είναι οι πληροφορίες για το μέλλον.

Patricia McKinsey Crittenden

“Ποιου είδους πράγματα θυμάστε εσείς καλύτερα;” έκανε δειλά η Αλίκη.
“Τα πράγματα που συνέβησαν την επόμενη εβδομάδα”, απάντησε η Βασίλισσα με αδιάφορο τόνο.

Lewis Carroll, Η Αλίκη μέσα από τον Καθρέφτη

Ο φόβος της απώλειας μέσα από τα μάτια των παιδιών

Το δεύτερο κύμα της πανδημίας COVID-19 διαφέρει σημαντικά από το πρώτο. Ο ιός δεν είναι μια σχετικά μακρινή απειλή, αντίθετα έχει αγγίξει μεγαλύτερο αριθμό ατόμων και πολλές οικογένειες. Οι περισσότεροι από εμάς γνωρίζουμε κάποιο πρόσωπο το οποίο δεν είναι πλέον μαζί μας εξαιτίας του κορονοϊού. Πολλοί περισσότερο, σίγουρα γνωρίζουμε ορισμένα άτομα από τον κύκλο μας τα οποία νόσησαν και ιάθηκαν.  Ήρθαν ωστόσο, αντιμέτωποι με το φόβο της υγείας τους αλλά και τον εαυτό τους στις μοναχικές ώρες της πλήρης ανάρρωσης τους.

Παρά τα αναρρίθμητα γεγονότα που διαδραματίζονται καθημερινά δυσκολευόμαστε να αποδεχτούμε το φόβο της απώλειας, τη μελαγχολία, τη σύγχυση, το θυμό και το πένθος. Ακόμη κι όταν οι κλίνες ΜΕΘ δεν επαρκούν, τα νοσοκομεία ασφυκτιούν και λυγίζουν, οι αντοχές του υγειονομικού προσωπικού δοκιμάζονται πολύ πέρα από τα όρια του… Ακόμα και όταν εκατό συνάνθρωποι μας σε μία μικρή χώρα όπως η Ελλάδα πεθαίνουν κάθε μέρα, δυσκολευόμαστε να αποδεχτούμε τα συναισθήματα μας. 

Χρειάστηκε να νιώσει ένα επτάχρονο αγόρι το φόβο της απώλειας για να γίνει μία συζήτηση μέσα στο σπίτι. Το αυθόρμητο κλάμα του παιδιού όταν έμαθε ότι η μητέρα του είναι θετική στον κορονοϊό, οδήγησε σε μια ανείπωτη – μέχρι εκείνη τη στιγμή – συζήτηση. Μια συζήτηση γύρω από το φόβο και την ελπίδα, τους κινδύνους, αλλά και τα όπλα που διαθέτει το σώμα μας και η ιατρική απέναντι στον ιό, τις πιθανότητες της ίασης ή της επιδείνωσης και της ανάγκης για νοσηλεία. Χρειάστηκε το συμβολικό παιχνίδι και η αφήγηση ενός πεντάχρονου κοριτσιού για να αναδείξει τους φόβους που οι ενήλικες διστάζουν να παραδεχτούν ακόμη και στον ίδιο τον εαυτό τους. Στο παιχνίδι αυτό “η σούπερ γυναίκα (η φιγούρα με την οποία έπαιζε) είναι μόνη στο σπίτι. Η μαμά, ο μπαμπάς και ο αδερφός της πέθαναν” για να προσθέσει χαρακτηριστικά τη φράση “κρούσματα του κορονοϊού”.

Φόβος της απώλειας - Θεσσαλονίκη

Αυτές οι πασχαλίτσες γιατί δεν περπατάνε, μπαμπά;

Η Θεσσαλονίκη ανέκαθεν έσφυζε από ζωή, Πριν από λίγους μόλις μήνες, κάθε βράδυ της παρασκευής οι δρόμοι πάλλονταν από ζωή: πρόσωπα, κίνηση, φώτα, μυρωδιές και ήχους… Σήμερα, την ίδια ώρα σε έναν από τους πιο κεντρικούς δρόμους της Θεσσαλονίκης η ατμόσφαιρα είναι τελείως διαφορετική. Τώρα η ησυχία μοιάζει αφύσικη. Το ίδιο και η απουσία ανθρώπων και οχημάτων. Η ερημιά των δρόμων. Η ακινησία. Κυρίως η ακινησία… 

Η έλλειψη κίνησης είναι ένα από τα πρώτα σημάδια που παρατηρούν τα παιδιά. Ο γιος μου, που είναι μόλις τριών ετών, με ρώτησε ένα φθινοπωρινό πρωινό “αυτές οι πασχαλίτσες γιατί δεν περπατάνε μπαμπά;”. Το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα είναι: “πώς μπορεί να ρωτά κάτι τέτοιο, πριν καλά καλά γνωρίσει τη ζωή;” Τα κιτρινισμένα φύλλα των δέντρων που πέφτουν στο χορτάρι, το ζωάκι που χτυπήθηκε από αυτοκίνητο, και στέκει παγωμένο στην άκρη του δρόμου, το έντομο που εγκλωβίστηκε σε έναν ιστό αράχνης, το καναρίνι που έπαψε να κελαηδά στο κλουβί του, το ψαράκι που εξαφανίστηκε από τη γυάλα… Όλες αυτές οι εικόνες είναι δεν περνούν απαρατήρητες σε ένα ανήσυχο παιδικό μυαλό και είναι ζοφερές υπενθυμίσεις της εντροπίας στο σύμπαν. 

Τι κάνουμε όμως εμείς οι μεγάλοι συνήθως; Προσποιούμαστε ότι δεν μας ταράζει η ερώτηση. Ή καμιά φορά αποφεύγουμε να απαντήσουμε και νιώθουμε ανακούφιση όταν υποχωρεί η επιμονή του παιδιού. Συχνά βέβαια αλλάζουμε και θέμα. Ακόμη όμως κι αν τολμήσουμε να εξηγήσουμε την αλήθεια,  διερωτόμαστε εντούτοις αν πράξαμε το σωστό ή αντίθετα πληγώσαμε μια παιδική ψυχή.

Η ένοχη σιωπή

Είναι γεγονός ότι κάθε παιδί μαθαίνει διαρκώς. Ανάμεσα σε άλλα, μαθαίνει από αυτά που του λέμε· μάλιστα τολμώ να πω ότι μαθαίνει κυρίως από αυτά που αποσιωπούμε. Τι γίνεται, λοιπόν, όταν αποφεύγουμε να απαντήσουμε ή σιωπούμε σε μια τέτοια ερώτηση; Μέσα από αυτή την αντιμετώπιση ένα παιδί μαθαίνει ότι ορισμένα πράγματα είναι καλύτερο να μην αποτελούν θέμα συζήτησης γιατί φέρνουν σε δύσκολη θέση τους μεγάλους. Παρά τα όσα νομίζουμε τα παιδιά είναι τα πιο ευγενικά πλάσματα που υπάρχουν. Όσο κι αν θέλουμε να πλανιόμαστε ότι κάνουν του κεφαλιού τους, τα παιδιά δείχνουν να προσαρμόζονται με μεγάλη προθυμία στα πρότυπα επικοινωνίας των αγαπημένων τους προσώπων. Επιπλέον, με αυτή την αποσιώπηση, ένα παιδί μαθαίνει ότι όταν έρχεται αντιμέτωπο με το συναίσθημα της θλίψης υπάρχουν άλλα πράγματα, επουσιώδη, υλιστικά, για να στρέψει την προσοχή του. 

Κι αυτό γίνεται μάλιστα με μεγάλη επιτυχία! Για αυτό είμαστε απεριόριστα ευγνώμονες στην πρόοδο, την τεχνολογία του καιρού μας και στην υπερκατανάλωση. Υπάρχουν διάφοροι τρόποι για να επιτύχει κανείς το απαραίτητο συναισθηματικό μούδιασμα αλλά και να νιώσει μια ευχάριστη ζάλη. Η καθηλωτική οθόνη ενός κινητού, η θορυβώδης μουσική στα ακουστικά, τα φανταχτερά ρούχα στα e-shops και στις λαμπερές βιτρίνες είναι μερικά μόνο από αυτά. 

Σαν καλειδοσκόπιο με μύριες διαδοχικές εικόνες, η πραγματικότητα θρυμματίζεται και ανασυντίθεται διαρκώς, καθιστώντας όλο και πιο δύσκολη μια συνειδητοποίηση και μία εσωτερική, προσωπική  αποτίμηση της κατάστασης. Η κοινωνία μας, άλλωστε, και ο μεταμοντέρνος τρόπος ζωής έχουν δείξει εξαιρετική ανθεκτικότητα σε ό,τι υπαινίσσεται τη ματαιοδοξία της ανθρωπότητας και της επιστήμης να οδηγήσει στην τελική νίκη ενάντια στη θνητότητα και την απώλεια. Δε θα ήταν υπερβολή μάλιστα να πούμε ότι προσπαθούμε τόσο πολύ να δείχνουμε ευτυχισμένοι σε άλλους, σε σημείο που παραμερίζουμε τις έγνοιες και δεν εκφράζουμε τα συναισθήματά μας. Δεν εκφράζουμε ούτε μοιραζόμαστε τη λύπη, το φόβο της απώλειας και τη θλίψη μας. 

παιδάκι φόβος

Έχουμε άραγε ανοσία στη θλίψη;

Η Ελβετή ψυχίατρος Kubler-Ross  μας μίλησε εδώ και δεκαετίες για τα διαδοχικά στάδια από τα οποία διέρχεται κάποιος όταν έρχεται αντιμέτωπος με την απώλεια και το πένθος. Για να φτάσει κάποιος στην τελική λύση, την αποδοχή αυτού που συνέβη, πρέπει να περάσει μέσα από τα προηγούμενα στάδια της άρνησης, του θυμού, της διαπραγμάτευσης και τελικά της θλίψης.  

Πολλοί από εμάς βρίσκονται ακόμη στα πρώιμα στάδια αυτής της διαδικασίας. Η υπάλληλος ενός καταστήματος εστίασης που εξυπηρετεί με κατεβασμένη τη μάσκα εξακολουθεί να βρίσκεται στο πρώιμο στάδιο της άρνησης. Ίσως θεωρεί ότι πρόκειται για “μια ακόμη γρίπη” ή πως ακόμα και αν κολλήσει τα συμπτώματα θα είναι ήπια, λόγω της ηλικίας της. Ούτε λόγος για τον αντίκτυπο της συμπεριφοράς της προς τους άλλους. Αντίστοιχα, ο πελάτης που της επισημαίνει εξοργισμένος το γεγονός και απειλεί μάλιστα με καταγγελία διακατέχεται από θυμό. Θυμό για όλα όσα συμβαίνουν αλλά πρωτίστως για τα πράγματα που βρίσκονται εκτός της ‘σφαίρας ελέγχου” του. Αναρωτιέται, λοιπόν: “Πώς γίνεται να έτυχε σε μένα αυτή η υπάλληλος;”, “Το κάνει επίτηδες για να μας κολλήσει”. 

Ο ηλικιωμένος κατά την αποδρομή του πυρετού, όντας θετικός στον κορονοϊό, αποφασίζει παρόλα αυτά να ψωνίσει στο σούπερ μάρκετ, αδιαφορώντας πλήρως για την υποχρέωση του να παραμείνει στο σπίτι. Η περίπτωση αυτή αποτελεί ακόμη μεγαλύτερη άρνηση καθώς και εγωκεντρική διαπραγμάτευση: “Θα γίνω καλά, ή μήπως όχι; Αν βγω θα ξεχαστώ και θα νιώσω καλύτερα”. Θα μπορούσε να παρομοιαστεί με το μάδημα μιας μαργαρίτας στην οποία διαπραγματεύεται με τον εαυτό του αλλά και το Θεό. “Να βγω ή να μη βγω;” Και αποφασίζει να βγει με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τους συνανθρώπους που θα συναντήσει στο διάβα του.  

Η θλίψη αποτελεί το προτελευταίο στάδιο της ψυχολογικής διεργασίας που πρότεινε η Kubler-Ross και μοιάζει αναμφίβολα, μακρινό όνειρο για πολλούς από εμάς. Χωρίς τη θλίψη, ωστόσο, είναι αδύνατο να φτάσεις στην αποδοχή, ώστε να αφήσεις πίσω το παρελθόν, να προχωρήσεις μπροστά και να οργανώσεις ένα νέο και υγιή τρόπο ζωής. Πώς θα φτάσεις στην Ιθάκη, αν δεν περάσεις πρώτα από τη Σκύλα και τη Χάρυβδη; Και πώς θα καταφέρεις να υπερνικήσεις τα εμπόδια στον πηγαιμό για την Ιθάκη χωρίς τη δύναμη της συντροφικότητας και του μοιράσματος;

Θυμάμαι χαρακτηριστικά έναν έφηβο με επαναλαμβανόμενες κρίσεις πανικού, οι οποίες μετά τη μετακόμιση της οικογένειας του σε νέο περιβάλλον. Ο έφηβος αυτός δεν μπορούσε να βιώσει το φόβο της απώλειας και μετέπειτα το ίδιο το συναίσθημα της απώλειας  για τους φίλους, το σχολείο και τη ζωή που άφησε πίσω του. Μην μπορώντας, λοιπόν, να έρθει σε επαφή με αυτά τα συναισθήματα απώλειας, προσπάθησε να βρει ανακούφιση σε ηρεμιστικά χάπια και εναλλακτικά σκευάσματα. Κάποια στιγμή μετά από μήνες θεραπείας μου ζήτησε να διακόψουμε τη συνεδρία γιατί ένιωθε την ανάγκη να ξαπλώσει και να κοιμηθεί. Ήταν η πρώτη φορά που συναντούσα τη θλίψη στο πρόσωπο του. Η πρώτη φορά που επέτρεψε στον εαυτό του να βιώσει θλίψη. Ως εκ θαύματος, μερικές μέρες αργότερα ένιωθε ότι η ενέργεια του επέστρεψε. Αφοσιώθηκε ξανά στο διάβασμα του και άρχισε να θέτει νέους στόχους με ελπίδα για το μέλλον.

Η Αλίκη και η λευκή βασίλισσα

Στο παραπάνω απόσπασμα, της Αλίκης μέσα από τον Καθρέφτη του Lewis Carroll, η ηρωίδα μας διασχίζει τον καθρέφτη και μεταβαίνει σε ένα κόσμο ονειρικό, γεμάτο φανταστικά πλάσματα και περιπέτειες. Εκεί συναντά τη λευκή βασίλισσα η οποία παραδόξως ζει τη ζωή της προς τα πίσω. Διατείνεται μάλιστα ότι η μνήμη της είναι πολύ καλύτερη όχι για πράγματα που συνέβησαν στο παρελθόν, αλλά για αυτά που θα συμβούν την επόμενη εβδομάδα. Η Αλίκη σοκάρεται όταν μαθαίνει πώς στην περίπτωση του αγγελιοφόρου του βασιλιά,  πρώτα υπήρξε η φυλάκιση, ακολούθως έγινε το δικαστήριο και βγήκε η καταδικαστική για αυτόν απόφαση, και μόνο στο τέλος διεπράχθη το κακούργημα.

Δε θα ήταν πολύ βολικό αν γνωρίζαμε με ακρίβεια τι θα γινόταν στο τέλος της πανδημίας; Να γνωρίζουμε ποιοι θα νοσήσουν, ποιοι θα αναρρώσουν και ποιοι όχι; Τα γεγονότα θα ακολουθούσαν μια τελείως διαφορετική ροή. Πρώτα θα τελείωνε η πανδημία, έπειτα θα γινόταν η διασπορά του ιού στον πληθυσμό και μόνο στο τέλος θα μαθαίναμε από ποια χώρα μακρινή ξεκίνησε η διασπορά του, όταν δηλαδή όλα θα είχαν πάρει το δρόμο τους και ενδεχομένως η αγέλη μας θα είχε ήδη αποκτήσει ανοσία.

Φόβος της απώλειας - Σιωπή

Στην αρχή είναι η αγάπη…

Δυστυχώς για εμάς, όπως τονίζει η Patricia Crittenden που επί δεκαετίες μελετά το δεσμό γονέα-παιδιού, “μολονότι οι πληροφορίες που ουσιαστικά χρειαζόμαστε για να επιβιώσουμε είναι οι πληροφορίες για το μέλλον, οι μοναδικές πληροφορίες που διαθέτουμε αφορούν αποκλειστικά στο παρελθόν”. Τι δεσπόζει, λοιπόν στο παρελθόν; Η αγάπη. Η αγάπη που πήραμε από τα σημαντικότερα πρόσωπα της ζωής μας. Η φροντίδα, η στήριξη, η αγκαλιά του γονιού, η ανακούφιση που παρείχε μετά από κάθε πόνο και αναστάτωση. Ένα παιδί που μεγαλώνει μέσα σε ασφάλεια, αποκτά μία ισορροπημένη και ρεαλιστική αντίληψη του κινδύνου. Αναγνωρίζει, λοιπόν και δέχεται την εξάρτηση από τα αγαπημένα του πρόσωπα, νιώθει άνετα με την οικειότητα, επιζητά τη συνεργασία και συμπονά τους άλλους. “Ο ιός είναι επικίνδυνος, αλλά με λίγη προσοχή θα τα καταφέρουμε.”, “Αν και φοβάμαι και ανησυχώ για εμένα και τους ανθρώπους που νοιάζομαι,  δε νομίζω να υπάρχουν πολλές πιθανότητες να νοσήσω σοβαρά. Θέλω όμως να φροντίζω τον εαυτό μου και τους γύρω μου και για αυτό λαμβάνω όλα τα απαραίτητα μέτρα”. Αυτές θα μπορούσαν να αποτελούν μερικές από τις φράσεις που σκέφτεται ένα άτομο το οποίο μεγάλωσε με ασφάλεια.

Αντίθετα, ένα παιδί που εκτίθεται ή μένει απροστάτευτο στον κίνδυνο ή αποθαρρύνεται από το να εκφράζει τα συναισθήματα φόβου ή άγχους, έρχεται αντιμέτωπο με δύο πιθανές ψυχολογικές άμυνες. Στην πρώτη επιλογή, οι συναισθηματικές αντιδράσεις και η διαμαρτυρία του παιδιού θα κλιμακώνονται έως ότου οι γύρω του τελικά αναγκαστούν να ανταποκριθούν. Στη δεύτερη περίπτωση, θα αποσιωπά τα συναισθήματα του ενώ παράλληλα θα υποτιμά ή εκμηδενίζει κάθε σοβαρότητα του κινδύνου. Μπορεί οι δυο αυτές επιλογές να φαντάζουν αποτελεσματικές σε βραχυπρόθεσμο χρονικό διάστημα, ωστόσο συνδέονται με δυσκολίες αργότερα στη ζωή. Στην πρώτη περίπτωση, ένα άτομο μπορεί να έχει τις εξής σκέψεις: “κινδυνεύω από τον κορονοϊό, αλλά κινδυνεύω εξίσου και από τη μάσκα, όπως και από το εμβόλιο εναντίον του ιού”. Το άτομο αυτό βρίσκεται σε εγρηγορση συνεχώς ενώ τείνει να υπεργενικεύει τους υφιστάμενους κινδύνους. Στη δεύτερη περίπτωση το άτομο υποβαθμίζει τη σοβαρότητα και το συναισθηματικό αντίκτυπο της απειλής (π.χ. “δεν ανησυχώ ιδιαίτερα”, “ο κορονοϊός είναι λιγότερο επικίνδυνος από την κοινή γρίπη”, “δε χρειάζεται να φοράω μάσκα”) ή αναζητεί έναν εξωτερικό παράγοντα, στον οποίο οφείλεται εξ ολοκλήρου ο κίνδυνος (“φταίνε οι επιστήμονες”, “οι φαρμακευτικές εταιρείες”, “οι πολιτικοί”, “η εκκλησία”, “οι νέοι”, “οι ηλικιωμένοι” και πολλοί άλλοι). 

Το νόημα…

Με λύπη μου παρατηρώ τον τελευταίο καιρό μία διαμάχη που έχει ξεσπάσει στα media και το διαχωρισμό σε δύο στρατόπεδα. Στο ένα στρατόπεδο ανήκουν οι “ψεκασμένοι” και οι “συνωμοσιολόγοι” ενώ στο αντίπαλο στρατόπεδο βρίσκονται οι “συνωμότες” και οι “μασόνοι”. Εικάζω πως δεν συνειδητοποιούν ότι και στις δύο περιπτώσεις ο φόβος της απώλειας είναι η κινητήριος δύναμη η οποία κινεί τα νήματα. “Μας επιβάλλετε περιορισμούς στην ελευθερία μας και ο στόχος σας είναι ο αφανισμός μας” ισχυρίζεται η μια πλευρά. “Θα πεθάνουν πολλοί άνθρωποι εξαιτίας σας και εξαιτίας της ανεύθυνης συμπεριφοράς σας” απαντάει η αντίπαλη πλευρά. Με αυτόν τον τρόπο θεωρώ ότι δημιουργούνται οι ιδανικές συνθήκες για την τέλεια (μετα)τραυματική καταιγίδα.

Επιμένουμε στην άρνηση, την οργή και τον εξοστρακισμό του άλλου ως την πηγή του κακού. Κι όλα αυτά για να προστατευτούμε από τον οδυνηρό φόβο της απώλειας, αλλά όχι μόνο. Όσο πιο σημαντική είναι η απώλεια τόσο μεγαλύτερος είναι και ο φόβος. Όσο πιο ισχυροί είναι οι δεσμοί μας με τους άλλους τόσο περισσότερο τρέμουμε στο ενδεχόμενο να τους χάσουμε. Είτε το θέλουμε είτε όχι, λοιπόν, η πανδημία μας υπενθυμίζει διαρκώς μια μεγάλη αλήθεια. Πόσο εξαρτόμαστε σε μεγάλο βαθμό από τους άλλους αλλά και πόσο ευάλωτοι είμαστε στις αποφάσεις και τη συμπεριφορά των άλλων. Και φυσικά και πόσο καθοριστικό ρόλο παίζουν στη ζωή άλλων ανθρώπων οι δικές μας επιλογές. Η συνειδητοποίηση ότι αποτελούμε μέρος μιας αλυσίδας ανθρώπων, οικογενειών, κοινωνικών ομάδων και κοινωνιών σε διαρκή αλληλοσύνδεση είναι το διακύβευμα. Λένε πως σημασία δεν έχουν τόσο τα γεγονότα που βιώσαμε όσο το νόημα που βγάλαμε από αυτά. Η αποδοχή του φόβου της απώλειας και η συνειδητοποίηση αυτής της αλληλεξάρτησης δίνουν νόημα και ουσία στη δοκιμασία που περνάμε.

Τι θα φέρει ο καιρός; Θα τα καταφέρουμε; Μονάχα η λευκή βασίλισσα γνωρίζει…

About Author

Κωνσταντίνος Δημάτης

Κλινικός Παιδοψυχολόγος MSc