
- 26 Μαρτίου 2026
- 16:42
- Εμμανουέλα Φετλή

Ο φόβος είναι ένα από τα πιο φυσιολογικά και αναμενόμενα συναισθήματα στην παιδική ηλικία. Από το σκοτάδι μέχρι τους δυνατούς θορύβους, από την απομάκρυνση των γονιών μέχρι τα «τέρατα» κάτω από το κρεβάτι, κάθε ηλικία συνοδεύεται από διαφορετικούς φόβους. Για ένα παιδί, όμως, ο φόβος δεν είναι απλώς μια σκέψη, αλλά μια έντονη εμπειρία που κατακλύζει το σώμα και το μυαλό. Και εκεί βρίσκεται ο ρόλος των ενηλίκων: να κατανοήσουν από πού προέρχονται αυτοί οι φόβοι και πώς μπορούν να βοηθήσουν το παιδί να τους διαχειριστεί με ασφάλεια.
Οι φόβοι των παιδιών γεννιούνται από τρεις βασικές πηγές. Η πρώτη είναι το αναπτυξιακό στάδιο. Όσο το παιδί μεγαλώνει, η φαντασία του διευρύνεται ολοένα και περισσότερο και μαζί της αυξάνονται και οι πιθανές ανησυχίες του. Ένα τρίχρονο παιδί μπορεί να φοβάται το σκοτάδι, επειδή δεν έχει κατακτήσει ακόμη την έννοια της μόνιμης παρουσίας, ενώ ένα παιδί σχολικής ηλικίας μπορεί να φοβάται την αποτυχία, επειδή αρχίζει να αντιλαμβάνεται τις προσδοκίες των άλλων.
Η δεύτερη πηγή είναι οι εμπειρίες. Ένας ξαφνικός θόρυβος, μια επίσκεψη σε γιατρό, ένα ατύχημα ή ακόμη και η αντίδραση ενός ενήλικα, μπορεί να καταγραφεί στον παιδικό νου ως κάτι απειλητικό. Τα παιδιά δεν φιλτράρουν τις καταστάσεις όπως οι ενήλικες, διότι δεν μπορούν να διαχωρίσουν εύκολα το «επικίνδυνο» από το «εντυπωσιακό» ή «ασυνήθιστο», με αποτέλεσμα να γεννιούνται φόβοι από γεγονότα που εμείς θεωρούμε ασήμαντα.
Η τρίτη πηγή είναι το περιβάλλον. Καθώς τα παιδιά παρατηρούν τους γονείς τους, αν ο ενήλικας αντιδρά με άγχος σε κάτι, τότε το παιδί τον αντιγράφει. Έτσι, ο φόβος μπορεί να μεταδοθεί έμμεσα, μέσα από συμπεριφορές, ήχους, συζητήσεις, ταινίες και εικόνες που το παιδί δεν είναι έτοιμο να επεξεργαστεί.
Το σημαντικότερο βήμα για την αντιμετώπιση ενός φόβου είναι η αναγνώριση. Το παιδί χρειάζεται να νιώσει ότι ο φόβος του δεν είναι «ανοησία», ούτε κάτι που πρέπει να κρύψει. Όταν το ακούσουμε με ηρεμία και το αφήσουμε να εκφραστεί, μειώνεται αυτόματα η ένταση που νιώθει. Φράσεις όπως «Σε ακούω.», «Είμαι εδώ μαζί σου.» και «Ο φόβος σου είναι σημαντικός για μένα.» λειτουργούν υποστηρικτικά.
Στη συνέχεια, μπορούμε να το βοηθήσουμε να ονοματίσει το συναίσθημα: «Νιώθεις φόβο, γιατί το δωμάτιο είναι σκοτεινό.» ή «Φοβάσαι μήπως δεν τα καταφέρεις στο σχολείο.». Η κατανόηση μειώνει τη σύγχυση και δίνει στο παιδί λόγια για αυτό που αισθάνεται.
Έπειτα, θέτουμε μικρά βήματα προσέγγισης. Δεν πιέζουμε. Αν ένα παιδί φοβάται το σκοτάδι, ξεκινάμε με ένα μικρό φωτάκι νυκτός, αν φοβάται τον γιατρό, μιλάμε μέσα από παιχνίδι ρόλων, αν φοβάται την αποτυχία, ενισχύουμε την προσπάθειά του αντί για το αποτέλεσμα. Η ήπια έκθεση, πάντα με την παρουσία ενός ενήλικα για να νιώθει ασφάλεια, χτίζει σταδιακά την ανθεκτικότητα.
Τέλος, καθοριστικό ρόλο έχει η ενίσχυση της αίσθησης ασφάλειας. Ένα παιδί που νιώθει ότι οι γονείς του το καταλαβαίνουν, το υποστηρίζουν και το αποδέχονται, έχει μεγαλύτερη πιθανότητα να ξεπεράσει τους φόβους του.
Συνοψίζοντας, οι φόβοι δεν είναι σημάδι αδυναμίας, αλλά σημάδι ανάπτυξης. Και όταν τους αντιμετωπίζουμε μαζί με το παιδί, όχι μόνο τους ξεπερνάμε, αλλά χτίζουμε και τον δρόμο προς έναν ενήλικα με αυτοπεποίθηση, εμπιστοσύνη και συναισθηματική ωριμότητα.
Ενημερωθείτε σήμερα!
Όσο πιο νωρίς ανιχνευθεί µια δυσκολία τόσο πιο εύκολη και αποτελεσματική θα είναι η αντιμετώπισή της.
Κλείστε ραντεβού







